Ταξινόμηση των διαταραχών της γεύσης
Οι διαταραχές της γεύσης μπορεί να υποδιαιρεθούν στην αγευσία, κατά την οποία το άτομο δεν διαθέτει την ικανότητα να διακρίνει
οποιοδήποτε γευστικό ερέθισμα και την υπογευσία που περιγράφεται ως ο περιορισμός της ευαισθησίας προς όλα τα γευστικά ερεθίσματα (γλυκό, πικρό, ξυνό, αλμυρό, νόστιμο).
 |
| Γευστικός κάλυκας |
Δυσγευσία ή παραγευσία είναι η παραμόρφωση της γευστικής αντίληψης που προκαλεί ένα γευστικό ερέθισμα (γεύση σαπίλας, ταγκίλας και μεταλλικής γεύσης στο στόμα), ενώ είναι και ή αίσθηση ενός ανύπαρκτου γευστικού ερεθίσματος.
Ο εντοπισμός της βλάβης που προκαλεί μια διαταραχή της γεύσης μπορεί να αναγνωριστεί με τη λεπτομερή λήψη του ιστορικού και την προσεκτική κλινική εξέταση.
Η ψυχοφυσική εκτίμηση της γεύσης περιλαμβάνει τη διάκρισηγευστικώνερεθισμάτων με τη χρήση σπρεϊς και τη δοκιμασία ελέγχου της έντασης του γευστικού ερεθίσματος με εφαρμογή της τεχνικής των τριών σταγόνων.
 |
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός,Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιατρικός Ερευνητής, Συγγραφέας. Κόρινθος. www.gelis.gr www.pharmagel.gr pharmage@otenet.gr
ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ: Συμπληρωματική Ιατρική, Κλινική Φαρμακολογία, Ιατρική Διατροφολογία, Προληπτική Ιατρική
|
 |
Αικατερίνη Γκέλη Ιατρός, Ακτινοδιαγνώστρια με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην Ιατρική Διατροφολογία, Ακτινοδιαγνωστική και Υπερηχογραφική Διαγνωστική Περιβαλλοντική Ιατρική, Συμπληρωματική Ιατρική, Άσσος Κορινθίας, email:kgkeli@hotmail.com |
Επιπλέον η μέτρηση της γεύσης σε εντοπισμένες περιοχές της γλώσσας μπορεί να γίνουν με συμβατικές χημικές ουσίες ή με τη χρησιμοποίηση της ηλεκτρογευσιομετρίας. Η θεραπεία των διαταραχών της γεύσης σχεδιάζεται, ανάλογα με την αιτία που την προκάλεσε [1].
Συχνά τα άτομα που παραπονούνται ότι έχουν πρόβλημα με τη γεύση τους, στην πραγματικότητα έχουν πρόβλημα με την όσφρησή τους.
Συνηθέστερες αιτίες διαταραχής της γεύσης
Μερικά άτομα γεννιούνται με διαταραγμένη γευστική ικανότητα. Σε άλλους, στην πορεία του βίου τους, μπορεί να διαταραχτεί η γεύση τους μετά από μια λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού, μια μέση ωτίτιδα, ακτινοθεραπεία στην περιοχή της κεφαλής και του τραχήλου για τη θεραπεία διαφόρων όγκων, έκθεση σε μερικές χημικές ουσίες, μετά από λήψη ορισμένων αντιβιοτικών ή αντιισταμινικών, μετά από κάποια κρανιοεγκεφαλική κάκωση, χειρουργική επέμβαση στην κοιλότητα του μέσου ωτός, οδοντιατρικά προβλήματα, κακή υγιεινή του στόματος, γναθοπροσωπικές επεμβάσεις.
Οι συνηθέστερες αιτίες διαταραχής της γεύσης είναι η ιδιοπαθής διαταραχή της γεύσης (άγνωστης αιτιολογίας), η ψυχογενής διαταραχή της γεύσης και η φαρμακογενής διαταραχή της γεύσης. Διαταραχή της γεύσης μπορεί να προκληθεί μετά από κρυολόγημα, επί ελλείψεως σιδήρου, κλπ [2].
Οι οσφρητικές/γευστικές διαταραχές μπορεί να εμφανιστούν σε ποικίλες εντάσεις και πριν από τα γενικά συμπτώματα της λοίμωξης COVID-19 και θα πρέπει να θεωρούνται μέρος των κλινικών χαρακτηριστικών της COVID-19, ακόμη και σε ήπιες περιπτώσεις. Στα άτομα με COVID-19 υπήρχαν οσφρητικές/γευστικές διαταραχές ακόμη και χωρίς την εκδήλωση ρινικών συμπτωμάτων (μπούκωμα μύτης, ρινόρροια) και που ξεκινούσαν ακόμη και πριν από τα σημεία και συμπτώματα της COVID-19. [11].
Κλινική αξιολόγηση των ασθενών με διαταραχές της γεύσης
Συνήθως τα άτομα με διαταραχές της γεύσης έχουν και διαταραχές της όσφρησης και γιαυτό πρέπει να αναζητιέται η αιτία αυτών των διαταραχών.
Οι διαθέσιμες σήμερα κλινικές δοκιμασίες ελέγχου της όσφρησης και της γεύσης ανιχνεύουν και μετρούν το βαθμό της αισθητηριακής απώλειας, αδυνατούν όμως να καθορίσουν την αιτία ή να δώσουν προγνωστικές πληροφορίες ή να καθορίσουν τις θεραπευτικές οδηγίες.
Το βέβαιον είναι ότι, όταν εξετάζεται κάποιο άτομο για προβλήματα της γεύσης του, τα προβλήματα αυτά είναι συμπτώματα της οσφρητικής δυσλειτουργίας.
Η διάκριση μεταξύ της αληθινής γευστικής απώλειας (πικρό, γλυκό, ξυνό, αλμυρό και νόστιμο (umami) και της οσφρητικής απώλειας, δηλαδή της αδυναμίας να αντιληφθεί κάποιος πολύπλοκες γεύσεις τροφών, θα βοηθήσει στη διάγνωση.
Για την όσφρηση υπάρχουν εύκολες δοκιμασίες , π.χ. το UPSIT (University of Pennsylvania Smell Identification Test) και γευστικές δοκιμασίες με γευστικά ραβδία, γευστικά δισκία, κλπ. Σπανίως χρησιμοποιούνται μαγνητικές και αξονικές τομογραφίες [3].
Η απώλεια της γεύσης είναι συνήθης κατάσταση και μπορεί να έχει σοβαρά και ψυχολογικά επακόλουθα για τον ασθενή.
Διαταραχές της γεύσης νευρικής αιτιολογίας
Τα τρία κύρια γευστικά νεύρα είναι η χορδή του τυμπάνου, το γλωσσοφαρυγγικό και το μείζον επιπολής λιθοειδές νεύρο. Αυτοί οι τρεις κλάδοι των κρανιακών νεύρων, που δίδουν νεύρωση στους γευστικούς κάλυκες, ανταποκρίνονται με σημαντικές διαφορές στα ποικίλα γευστικά ερεθίσματα [4].
Είναι σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ μιας απομονωμένης γευστικής απώλειας, που συνδυάζεται και με άλλα νευρολογικά συμπτώματα.
Μια μεμονωμένη γευστική απώλεια μπορεί να είναι το επακόλουθο βλάβης ή τραυματισμού ή αποκοπής της χορδής του τυμπάνου (κλάδου του προσωπικού νεύρου, που μπορεί να προκληθεί από μια μέση ωτίτιδα ή κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης μέσα στο μέσον ους) ή να οφείλεται σε βλάβη των γευστικών καλύκων.
Η χορδή του τυμπάνου μεταφέρει γευστικές πληροφορίες από το πρόσθιο τμήμα της γλώσσας προς το εγκεφαλικό στέλεχος. Ο τραυματισμός της χορδής του τυμπάνου μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια ή παραμόρφωση της γευστικής πληροφορίας [5].
Στις ανατομικές βλάβες της γευστικής οδού δεν υπάρχει θεραπευτική προσέγγιση, ούτε μπορεί να βελτιώσει την κατάσταση η χορήγηση ψευδαργύρου.
Η γευστική απώλεια που είναι συνοδός άλλων νευρολογικών συμπτωμάτων απαιτεί πλήρη νευρολογική διερεύνηση και αντιμετώπιση [6, 7].
Ο ρόλος του ψευδαργύρου στη θεραπεία των γευστικών και οσφρητικών διαταραχών
Η αποκατάσταση της όσφρησης/γεύσης, όταν εμφανίζεται των ασθενών με COVID-19, συνήθως συμβαίνει τις πρώτες δύο εβδομάδες μετά την υποχώρηση της COVID-19. Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι οσφρητικές/γευστικές διαταραχές αποτελούν ισχυρούς προγνωστικούς παράγοντες μόλυνσης από τον SARS-CoV-2 και είναι δυνατόν να συστηθεί η απομόνωση του ασθενούς, ήδη από την ιατρική συμβουλή, αποτρέποντας την εξάπλωση του ιού[11].
Έχει βρεθεί ότι, το ποσοστό αποκατάστασης της όσφρησης και γεύσης μεταξύ των ασθενών με COVID-19 ήταν υψηλό παγκοσμίως και ο χρόνος ανάρρωσης από την απώλεια όσφρησης και γεύσης μεταξύ των ασθενών με COVID-19 ήταν συνήθως λιγότερο από 2 εβδομάδες. Οι περιφερειακές διαφορές υποστήριξαν τη σημασία αυτών των συμπτωμάτων ως σημαντικών δεικτών. Οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα συμπτώματα όσφρησης και γεύσης ως δείκτες υποψίας για την εμπειρική διάγνωση της λοίμωξης από COVID-19 και να καθησυχάζουν τους ασθενείς με το υψηλό ποσοστό ανάρρωσής τους σε σύντομο χρονικό διάστημα[12].
Ο ρόλος του ψευδαργύρου στη θεραπεία των διαταραχών της γεύσης έχει μελετηθεί. Οι μελέτες ξεκίνησαν από την παρατήρηση ότι χορηγώντας ψευδάργυρο από το στόμα προκαλείτο βελτίωση των γευστικών διαταραχών.
Έχει μελετηθεί επίσης και ο ρόλος της καρβονικής ανυδράσης (μεταλλοένζυμο του ψευδαργύρου) στις διαταραχές της γεύσης. Η ρύθμιση των επιπέδων της καρβονικής ανυδράσης αποδείχτηκε ότι επηρεάζει τα αποτελέσματα της θεραπείας των γευστικών διαταραχών μετά από χορήγηση ψευδαργύρου από το στόμα.
Ο ψευδάργυρος είναι ένα απαραίτητο ιχνοστοιχείο για τη ζωή, καθώς συμμετέχει στη λειτουργία 300 περίπου ενζύμων.
Οι έρευνες έχουν αποκαλύψει ότι ο ψευδάργυρος συμμετέχει σε ποικίλες φυσιολογικές λειτουργίες.
Έχει παρατηρηθεί επίσης ότι μερικά φάρμακα προκαλούν έλλειψη ψευδαργύρου, που έχει σχετιστεί με μια ποικιλία κλινικών καταστάσεων.
Επειδή η σχέση μεταξύ των διαταραχών της γεύσης και των επιπέδων του ψευδαργύρου είναι γνωστή εδώ και πολλά χρόνια, είναι χρήσιμο σε μια γευστική διαταραχή να ελέγχονται τα επίπεδα του ψευδαργύρου με στόχο την αποκάλυψη της έλλειψης ψευδαργύρου.
Εξάλλου τα συμπληρώματα διατροφής ψευδαργύρου δρουν αποτελεσματικά στη θεραπεία των διαταραχών της γεύσης που προκαλούνται από έλλειψη ψευδαργύρου.
Παραδείγματος χάριν, οι ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια συχνά εμφανίζουν ελάττωση των επιπέδων του ψευδαργύρου, που δεν διορθώνεται μετά την αιμοκάθαρση και συνοδεύεται από διαταραχή της γεύσης, που μπορεί να επηρεάσει επικίνδυνα τη δίαιτα και τη θρέψη αυτών των ασθενών [8].
Η ουραιμική υπογευσία βελτιώνεται με τη συμπληρωματική χορήγηση ψευδαργύρου [9].
Ο ψευδάργυρος που χορηγείται από το στόμα έχει αποδειχτεί ότι διεγείρει άμεσα την όρεξη για λήψη τροφής, μέσω ενός νευροπεπτιδίου στον υποθάλαμο.
Ψευδάργυρος και διαταραχές γεύσης που σχετίζονται με την COVID-19
Αρκετές μελέτες έχουν διερευνήσει τον ρόλο του ψευδαργύρου στις διαταραχές γεύσης που σχετίζονται με την COVID-19:
Τα συμπτώματα ανοσμίας/αγευσίας που αναφέρονται στην COVID-19 μπορεί να αντανακλούν μια προσαρμοστική απόκριση τοπικά μειωμένου ρινοφαρυγγικού ψευδαργύρου (Zn), με τελικό αποτέλεσμα τη μείωση της ACE-2[13],
, ενός κρίσιμου υποδοχέα για τη σύνδεση του Sars-CoV-19. Αυτή η τοπικά μειωμένη απόκριση Zn υποδείχθηκε ότι οδηγεί στη συνέχεια σε μειωμένη σοβαρότητα της COVID-19.
To 2022 o A A Badahdah και οι συνεργάτες του δημοσίευσαν μελέτη στην οποία ανέφεραν ότι οι ασθενείς με COVID-19 και δυσγευσία είχαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα ψευδαργύρου στο σάλιο σε σχέση με τους θετικούς και αρνητικούς μάρτυρες. Τα επίπεδα ψευδαργύρου ήταν αυξημένα μετά την ανάρρωση, γεγονός που μπορεί να υποδηλώνει ότι ο ψευδάργυρος στο σάλιο σχετίζεται άμεσα με ανωμαλίες γεύσης και αποτελέσματα COVID-19. Αυτή η μελέτη έδειξε ότι η διαταραχή της γεύσης σχετίζεται με χαμηλότερα επίπεδα ψευδαργύρου στο σάλιο σε ασθενείς με COVID-19[14].
Το 2023 ο Tsuchiya δημοσίευσε τα αποτελέσματα μιας τυχαιοποιημένα ελεγχόμενης κλινικής μελέτης ασθενών με COVID-19, οι οποίοι έλαβαν 25 mg στοιχειακού ψευδαργύρου δύο φορές την ημέρα για 15 ημέρες. Η μελέτη ανέφερε μείωση της διάρκειας των συμπτωμάτων, αν και δεν αναλύθηκαν λεπτομερώς οι συγκεκριμένες επιδράσεις στις διαταραχές της γεύσης[15] .
Η βέλτιστη δοσολογία και η διάρκεια της χορήγησης συμπληρωμάτων ψευδαργύρου για τις διαταραχές της γεύσης παραμένουν ασαφείς.
Η χορήγηση συμπληρωμάτων ψευδαργύρου είναι γενικά ασφαλής, αλλά η υπερβολική πρόσληψη μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες ενέργειες. Η αποκατάσταση της γεύσης μετά από COVID-19 μπορεί να είναι αργή, αλλά με την κατάλληλη φροντίδα και υποστήριξη, πολλοί ασθενείς ανακτούν τις αισθήσεις τους με την πάροδο του χρόνου.
Επιπλέον η επινόηση μορφών ψευδαργύρου υψηλής απρροφητικότητας από το έντερο και μεγάλης βιοδιαθεσιμότητας, όπως ο πικολινικός ψευδάργυρος, που έχει ως έκδοχο τη βιταμίνη C βοήθησε στη θεραπεία των διαταραχών της γεύσης, που οφείλονται σε έλλειψη ψευδαργύρου.
Η συμπληρωματική χορήγηση του πικολινικού ψευδαργύρου με βιταμίνη C [Zincobell] έχει αποδειχτεί ότι διεγείρει άμεσα την όρεξη για λήψη τροφής μέσω νευροπεπτιδίου που δρα στον υποθάλαμο. Γιαυτό το λόγο η χορήγηση του ψευδαργύρου [Zincobell] θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία των διαταραχών της γεύσης και άλλων καταστάσεων, που για να αντιμετωπιστούν χρειάζεται η διέγερση της όρεξης για φαγητό [Βλέπε: Σχέσεις ψευδαργύρου και νευρικής ανορεξίας [10].
Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση
1. Welge-Lüssen A, Gudziol H. Etiology, diagnostic and therapeutic management of taste disorders. Ther Umsch. 2004 May;61(5):302-7.
2. Sakaguchi A, Nin T, Oka H, Maeda E, Negoro A, Umemoto M, Sakagami M. Clinical analysis of 1059 patients with taste disorders. Nihon Jibiinkoka Gakkai Kaiho. 2013 Feb;116(2):77-82.
3. Wrobel BB, Leopold DA. Clinical assessment of patients with smell and taste disorders. OtolaryngolClinNorthAm. 2004 Dec;37(6):1127-42.
4. Sako N, Harada S, Yamamoto T. Gustatory information of umami substances in three major taste nerves. Physiol Behav. 2000 Oct 1-15;71(1-2):193-8.
5. Cain P, Frank ME, Barry MA. Recovery of chorda tympani nerve function following injury. Exp Neurol. 1996 Oct;141(2):337-46.
6. van Sonderen A, de Laat KF, Rijntjes E. Gustatory loss: causes, consequences and treatment. Ned Tijdschr Geneeskd. 2013;157(45):A6483.
7. Tsuchiya, H. Gustatory and saliva secretory dysfunctions in COVID-19 patients with zinc deficiency. Life 2022, 12, 353.
8. Yagi T, Asakawa A, Ueda H, Ikeda S, Miyawaki S, Inui A. The Role of Zinc in the Treatment of Taste Disorders. Recent Pat Food Nutr Agric. 2013 Jan 9.
8. TsutsumiR, OhashiK, TsutsumiYM, HorikawaYT, MinakuchiJ, MinamiS, HaradaN, SakaueH, SakaiT, NakayaY. Albumin-normalized serum zinc: a clinically useful parameter for detecting taste impairment in patients undergoing dialysis. NutrRes. 2014 Jan;34(1):11-6.
9. Mahajan SK, Prasad AS, Lambujon J, Abbasi AA, Briggs WA, McDonald FD. Improvement of uremic hypogeusia by zinc: a double-blind study. Am J Clin Nutr. 1980 Jul;33(7):1517-21.
10. Yagi T, Asakawa A, Ueda H, Ikeda S, Miyawaki S, Inui A. The role of zinc in the treatment of taste disorders. . Recent Pat Food Nutr Agric. 2013 Apr;5(1):44-51.
11.Costa KVTD, Carnaúba ATL, Rocha KW, Andrade KCL, Ferreira SMS, Menezes PL. Olfactory and taste disorders in COVID-19: a systematic review. Braz J Otorhinolaryngol. 2020 Nov-Dec;86(6):781-792.
12.Poudineh M, Amirbeik A, Firouzabadi MD, Hajizadeh M, Kahe F, Babaniamansour S, Poopak A, Tajrishi FZ, Deravi N, Rahmanian M, Ghasemirad H, Malek M, Noroozi M, Fathi M, Keylani K, Firouzabadi AD, Abbasabad GD, Yazdanian F, Ramezanpour S, Babaniamansour A, Tajrishi FZ, Mohammadi S, Ansari G, Firouzabadi FD, Yousem DM.Olfactory and Gustatory Recovery Time Evaluation of COVID-19: A Systematic Review and Meta-Analysis. Acta Med Indones. 2025 Jan;57(1):18-43.Acta Med Indones. 2025 Jan;57(1):18-43.
13.Equils O, Lekaj K, Fattani S, Wu A, Liu G. Proposed mechanism for anosmia during COVID-19: The role of local zinc distribution. J Transl Sci 2020; 7: 1–2. DOI: 10.15761/JTS.1000397.
14.A A Badahdah, S Al-Ghamdi, A Banjar, E Elfirt, A Almarghlani, A Elfert, L Bahanan. The association between salivary zinc levels and dysgeusia in COVID-19 patients. Eur Rev Med Pharmacol Sci. 2022 Sep;26(18):6885-6891. doi: 10.26355/eurrev_202209_29793.
15.Hironori Tsuchiya. Treatments of COVID-19-Associated Taste and Saliva Secretory Disorders Dent. J. 2023, 11(6), 140; https://doi.org/10.3390/dj11060140
Σημείωση: Το παρόν επιστημονικό άρθρο γράφτηκε για λόγους ενημέρωσης των ιατρών και των λοιπών επιστημόνων υγείας και δεν αποτελεί μέσο διάγνωσης ή αντιμετώπισης ή πρόληψης ασθενειών, ούτε αποτελεί ιατρική συμβουλή για ασθενείς, από τον συγγραφέα ή τους συγγραφείς του άρθρου.
Την ευθύνη της διάγνωσης, θεραπείας και πρόληψης των ασθενειών τις έχει μόνον ο θεράπων ιατρός του κάθε ασθενούς, αφού πρώτα κάνει προσεκτικά ακριβή διάγνωση.
Γιαυτό συνιστάται η αποφυγή της αυθαίρετης εφαρμογής ιατρικών πληροφοριών από μη ιατρούς. Τα συμπληρώματα διατροφής δεν είναι φάρμακα, αλλά μπορεί να χορηγούνται συμπληρωματικά, χωρίς να παραιτούνται οι ασθενείς από τις αποδεκτές υπό της ιατρικής επιστήμης θεραπείες ή θεραπευτικές τεχνικές και μεθόδους, που γίνονται, όταν χρειάζονται, υπό ιατρική καθοδήγηση, παρακολούθηση και ευθύνη. Οι παρατιθέμενες διαφημίσεις εξυπηρετούν της δαπάνες συντήρησης της παρούσας ιστοσελίδας
Το παρόν άρθρο προστατεύεται από το Νόμο 2121/1993 και 4481/2017 για την πνευματική ιδιοκτησία. Η ολική ή μερική αντιγραφή του παρόντος επιστημονικού άρθρου χωρίς τη γραπτή έγκριση του Δρ Δημητρίου Ν. Γκέλη θεωρείται κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και διώκεται βάσει της νομοθεσίας